-
(Source: laclefdescoeurs)
-
Η ΠΡΟΣ-ΤΥΧΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ, του Δημήτρη Δημητριάδη.
O Georges Bataille, πρέπει να το πούμε από την πρώτη κιόλας στιγμή, δεν είναι, και με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να είναι, απολογητής της σεξομανίας, ούτε απόστολος του ελαφρού και διασκεδαστικού έρωτα. Δεν τον ενδιαφέρει η καταγραφή των σεξουαλικών αποκλίσεων και παραδοξοτήτων. Σκοπός του δεν είναι να προκαλέσει ή να ερεθίσει όπως κάνουν ορισμένα έντυπα που η σχέση τους με τον Bataille είναι ίδια με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ΄έναν έσχατα ανυποψίαστο άνθρωπο και σ΄ έναν βασανιστικά κι εξουθενωτικά υποψιασμένο. Ο Bataille δεν είναι ο εύκολος σκανδαλοθήρας, ο κοσμικός δοξομανής που μεταχειρίζεται τις λέξεις για να ξαφνιάσει. Δεν είναι ο αυτάρεσκος μονομανής των ερωτικών παρασκηνίων που βγάζει στη φόρα τις ντροπές του ανθρώπου για να προσφέρει άλλη μια πρόχειρη διέξοδο στην ανία και στην αργία των πολλών που περιμένουν να ξυπνήσουν από το θανάσιμο καθημερινό τους λήθαργο μόνο με ερεθίσματα που εξάπτουν μια φαντασία αξιοθρήνητα ακαλλιέργητη και εμετικά παλιλλογούσα. Όχι. Ο Bataille δεν είναι η περίπτωση που περιμένουν και οι ερωτικά υποσιτισμένοι και οι ηθικά στενεμένοι. Αν ο Bataille ήταν όλα αυτά, θα ήταν ένας καθησυχαστικός συγγραφέας, ένας ασφαλιστικός λειτουργός του λόγου που κολακεύει την ανθρώπινη αυτάρκεια και αυταρέσκεια. Όμως δεν είναι, και δεν είναι με τρόπο ριζικό και απόλυτο. Γιατί ο Georges Bataille είναι απόλυτος συγγραφέας, κι αυτό σημαίνει πως, όποια κι αν είναι η αξία του, η σχέση της τέχνης του με το πρόβλημα του ανθρώπου είναι σχέση τρόμου την οποία ο αναγνώστης δέχεται με αγαλλίαση και αγωνία, επειδή είναι σχέση ποιητική.
Για τον Bataille, ο άνθρωπος, αυτό το πλάσμα που είναι προικισμένο με λόγο, φαντασία και άλογες δυνάμεις, δεν μπορεί να φτάσει στην ολοκληρωτική κατάκτηση αυτού που πραγματικά είναι, δηλαδή στην πλήρη πραγμάτωσή του, παρά μόνο με τη συνεχή, ακατάβλητη κι όλο και πιο προωθημένη υπέρβαση των ορίων του, με την αδιάλειπτη, αέναη και πεισματική παραβίαση των απαγορεύσεων και των νόμων, με μία διαρκώς κι όλο και πιο ακραία συμπεριφορά, με αλλεπάλληλες ακρότητες στον τομέα και του λόγου και της φαντασίας και των παρορμήσεών του, ακρότητες που έχουν διαστάσεις και ιδιωτικών αλλά και κοινωνικών, μαζικών φαινομένων. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μία πολύπλοκη σύλληψη του ανθρώπου, εντελώς αντίθετη στις μονόπλευρες θεωρήσεις του οι οποίες, τους τελευταίους δύο-τρεις αιώνες, έχουν βαλθεί να εξουδετερώσουν το δαιδαλώδες βάθος του ανθρώπου και να το μεταβάλουν στανικά σε μονοσήμαντο σχήμα που εξυπηρετεί την ευτελέστερη πλευρά του ανθρώπινου μυαλού: εκείνη που παράγει δόγματα τα οποία διέπονται από την ιδέα να μετατρέψουν τον άνθρωπο σε φερέφωνο και όργανό τους, αλλά και σε μόνιμη δική τους δικαίωση.
Τι σημαίνει όμως αυτή η υπέρβαση, αυτή η παραβίαση, αυτή η ακραία συμπεριφορά; Σημαίνει καταστροφή σε όλα τα επίπεδα. Μια τέτοια απάντηση κινδυνεύει να παρεξηγηθεί στις μέρες μας που οι καταστροφές δίνουν και παίρνουν, κι ο κόσμος ζει με την απειλή μιας γενικής καταστροφής του είδους. Το πραγματικό της νόημα θα φανερωθεί αμέσως πιο κάτω. Χρειάζεται όμως από τώρα να τονίσουμε πως ο Bataille δεν είναι, βέβαια, ηθικολόγος αλλά δεν είναι και ανθρωπιστής. Πολλά τράβηξε ο άνθρωπος στο όνομα του ανθρωπισμού, και η εμφάνιση αυτού του όρου συνέπεσε με τη στιγμή που ο άνθρωπος δημιούργησε για τον άνθρωπο τη δυνατότητα ριζικών του εξοντώσεων. Ποτέ δεν καταπατήθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα περισσότερο απ’ όσο με την καταστατική τους Διακήρυξη και τη σύσταση διαφόρων Οργανισμών που τα υπερασπίζονται κι αγωνίζονται γι’ αυτά. Ο Bataille δε θα έκανε ποτέ δική του την υποκριτική και ύποπτη εξαγγελία ότι ο άνθρωπος είναι το ανώτατο αγαθό-εξαγγελία που έγινε, βαρύγδουπα, από σεσημασμένους εγκληματίες της Ιστορίας και που βρήκε την, κολοσσιαία σε φρίκη, εφαρμογή της στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στις επαίσχυντες δίκες και στις σατανικότερες επινοήσεις μέσων φυσικής και πνευματικής εξόντωσης του ανθρώπου. Στη σκέψη του Bataille δεν έχουν καμία θέση η σκοπιμότητα, η επιφυλακτικότητα και η αποθησαύριση, ούτε βέβαια και η δύναμη, τις οποίες αποδίδει στον καπιταλισμό και στην αστική αντίληψη της ζωής, δηλαδή στην πιο μικρόψυχη από καταβολής κόσμου έκφανση του ανθρώπινου όντος.
1. Η υπέρβαση των ορίων έχει σχέση με τη θρησκευτική έκσταση των μυστικιστών, δεν έχει όμως καμία με την υπερβατικότητα και το υπερβατικό. Για τον Bataille, δεν υπάρχει άλλος κόσμος, δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, τα όρια όμως του ανθρώπου υπερβαίνονται με την έκσταση, με την ένταση της εσωτερικής εμπειρίας που είναι μία τάση προς το Ανέφικτο το οποίο δε δίνει καμία απάντηση και δεν χαρίζει καμία γαλήνη. Ενώ η αποφατική θεολογία είναι αναμονή μιας προσέγγισης του Θεού και συγχώνευσης του μυστικιστή μ’ αυτόν, η θεολογία του Bataille που είναι μια θεολογία της απόλυτης απουσίας, μια αθεολογία, δεν περιμένει τίποτα και αγνοεί κάθε δυνατότητα σωτηρίας. Είναι μία ανεσχατολογία. Πρόκειται για μία ικεσία χωρίς τέλος, για μία νύχτα χωρίς ξημέρωμα, για μία ερώτηση που μένει οριστικά χωρίς απάντηση, μέσα σ’ ένα ανυποχώρητο κι αμείλιχτο σπάραγμα όπου ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο του μυαλού του και του κορμιού του και σφαδάζει ουρλιάζοντας (νικημένος) και γελώντας (νικητής: γιατί το γέλιο είναι η νίκη του ανθρώπου πάνω στην ίδια του την ανικανότητα να φτάσει στον υπέρτατο στόχο του). Η έκσταση δεν γεννιέται από τη γνώση, όπως στον μυστικιστή, αλλά από την ίδια την άγνοια, και δεν καταλήγει παρά μόνο στη μοναξιά και στο γέλιο. Η μυστικιστική εμπειρία βασίζεται στην υπέρβαση του είναι. Για τον Bataille, η εμπειρία αυτή βασίζεται σε μια ανατίναξη του είναι. Και η έκσταση αφήνει τον άνθρωπο ακριβώς όπως ήταν και πριν απ’ αυτήν, δηλαδή γυμνό και μόνο, ικέτη και ξεκομμένο, με τη δυσβάσταχτη εσωτερική του φτώχεια, την αηδιαστική του αθλιότητα και την εγγενή βρωμιά του, τις οποίες χρειάζεται για να ξανακάνει το επόμενο βήμα προς την υπέρβαση τους που δεν θα είναι και το τελευταίο.
2. Ο ερωτισμός, μέσα σ’ αυτά τα δεδομένα, κατέχει δεσπόζουσα θέση. Είναι ο άξονας και ο μοχλός όλων των υπερβάσεων και όλων των ακροτήτων. Χωρίς τον ερωτισμό, ο άνθρωπος δεν θα ήταν άνθρωπος. Με τον ερωτισμό, μπορεί να οδηγήσει τη ζωή του τόσο μακριά όσο με τίποτε άλλο. Προσοχή όμως: ο ερωτισμός δεν είναι ξέφρενη ακολασία, ξέφραγη ασέλγεια, κουτή και κούφια κραιπάλη. Ο ερωτισμός είναι μοναξιά, σιωπή, αγωνία, τρόμος κι αντιμετώπιση της ακρότητας, δηλαδή του θανάτου. Ο ερωτισμός δεν είναι ηδονισμός χαρούμενος, επιπόλαιος, εύκολος, δεν είναι ικανοποίηση των ενστίκτων, χορτασμός των ορμών, παιχνίδι ιδιόρρυθμων τάσεων, ανακούφιση μιας επιτακτικής φυσικής ανάγκης, χαλάρωση της έντασης του πόθου και κατευνασμός του πάθους, μηχανική εκσπερμάτωση, το σύνολο των διαστροφών, και κάποιος ιδιωτικός ή κοινωνικός τίτλος τιμής που κάνει τα άτομα να ξιπάζονται και να αισθάνονται απαλλαγμένα από περιττά βάρη ή βασανιστικά συμπλέγματα. Ο ερωτισμός δεν είναι απελευθέρωση. Ο ερωτισμός είναι μια συμπεριφορά που οδηγεί στα άκρα, δηλαδή στην αγωνία και στην πτώση, στη διακύβευση της ακεραιότητας, στο διασυρμό των αξιών, στην απώλεια, στην παράδοση άνευ όρων και στα χέρια της τύχης και στην καταστροφή. Η καταστροφή, εδώ, έχει το νόημα που έχει στην τραγωδία, γιατί ο ερωτισμός είναι μια κίνηση που πολύ γρήγορα το γυρίζει στην τραγωδία και δε σταματάει παρά μόνο με το θάνατο. Έτσι, η καταστροφή δεν είναι αυτό που βλέπουν κάθε μέρα γύρω μας τα μάτια μας, δηλαδή μια υπέρογκη απερισκεψία κι ένα αχαλίνωτο κριμάτισμα του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο και στη φύση, χωρίς ίχνος ντροπής και μεγαλείου, αλλά μια πράξη αυτογνωσίας, η ευγενέστερη απόπειρα του ανθρώπου να δει ποιος είναι. Κι αυτό, μέσα από τη διάσπαση του ερωτισμού, παίρνει ένα καθολικό χαρακτήρα και σημαδεύει καίρια την ανθρώπινη ζωή, ξεγυμνώνοντάς την απ’ όλες της τις αυταπάτες και δείχνοντάς της, μέσα σε κατάσταση ιλίγγου και έξαρσης, το αβυσσαλέο βάθος των αποθεμάτων της. Η καταστροφή, μ’ αυτή την έννοια, είναι η μεγαλοπρεπέστερη πράξη του ανθρώπου, η μόνη του που θα μπορέσει να του αποκαλύψει τις ίδιες του τις διαστάσεις, για να πάψει επιτέλους και να τις υπερτιμά και να τις υποτιμά και για να περάσει από το σημερινό τραγέλαφο που έχει πάρει την έκταση παγκόσμιου εγκλήματος και παντοειδούς αδιεξόδου, στην τραγωδία που είναι η ουσιαστική του διάσταση. Ο ερωτισμός, στην περίπτωση αυτή, παίζει, για τον Bataille, κεντρικό ρόλο, γιατί ο ερωτισμός είναι απόλυτο κι απεριόριστο ξόδεμα όλων των δυνάμεων, ένας παροξυσμός τους, μια δαπάνη του ανθρώπινου δυναμικού που δεν έχει σχέση ούτε με τη διαλεκτική ούτε με το δυισμό αλλά κατευθύνεται ίσια προς ένα και μοναδικό σημείο όπου ο άνθρωπος τα παίζει όλα για όλα, παίζει την τύχη του κορώνα-γράμματα, γι’ αυτό και η κατεύθυνση του είναι πρόσ-τυχη, μια κατεύθυνση δηλαδή που οδηγεί μόνη αυτή στην κυριαρχία του ανθρώπου και στην υπέρτατη κατάκτησή του που δεν είναι άλλη από την ακραία βίωση της πληγής του η οποία δεν κλείνει ποτέ και με τίποτα.
Σ’ όλα αυτά δεν υπάρχει κέρδος. Κανένα κέρδος. Ο άνθρωπος ξοδεύεται και μένει μόνος με το ξόδεμά του. Ο άνθρωπος ξεσχίζεται και μένει μόνος με το ξέσχισμά του. Ο άνθρωπος χάνει και χάνεται και μένει μόνος με το χάσιμό του. Ο άνθρωπος ουρλιάζει μέσα στη νύχτα και στη σιωπή, και μένει μόνος με τη νύχτα και τη σιωπή. Γιατί πρέπει η πληγή να μένει ανοιχτή, η αγωνία να διαιωνίζεται αμείωτη, το χάσμα να χάσκει ανυπέρβλητο, έτσι, για το τίποτα, μόνο και μόνο για να γίνεται δυνατή η κατασπατάληση του ανθρώπου μέσα στο αιώνιο κενό και στη ριζική απουσία ανταμοιβής. Το ξόδεμα δεν έχει τέλος, και το μόνο που περιορίζει τις ακρότητες είναι οι ίδιες οι ακρότητες, η έσχατη θυσία, το σημείο όπου η σκέψη δεν μπορεί πια να σκεφτεί και καταρρέει. Γιατί, «το ζήτημα, γράφει ο Bataille, είναι να πλησιάσουμε το θάνατο όσο γίνεται πιο κοντά, ως εκεί που μπορούμε να τον αντέξουμε, χωρίς να λιποψυχήσουμε, αλλά έστω κι αν λιποψυχήσουμε». Έτσι, το μόνο που υπάρχει πια είναι ένα σώμα που κραυγάζει, υποφέρει και κομματιάζεται, γυμνό κι απροστάτευτο. Η εξάντληση ολόκληρου του σώματος: αυτό είναι το ζήτημα για τον Bataille, γιατί το σώμα είναι απύθμενο. Εδώ δοκιμάζονται και η φιλοσοφία και η ηθική. Η πρώτη χάνει το λόγο της και η δεύτερη το έρμα της. Μένουν πίσω, ανίκανες ν’ ακολουθήσουν. Γιατί πώς να μιλήσει η φιλοσοφία εκεί όπου ο λόγος δεν μπορεί πια τίποτα να πει; Πώς να ασκήσει τα δικαιώματά της η ηθική εκεί όπου το σώμα έχει ξεφύγει από όλες τις κατηγορίες, και το μόνο στο οποίο υπακούει είναι η ολοσχερής δαπάνη του; Γιατί, με το σώμα, και η φιλοσοφία και η ηθική, η πρώτη, μελέτη θανάτου, η δεύτερη, κρίση θανάτου, αντιμετωπίζουν την ύπαρξη μιας τρίτης διάστασης: εκείνης όπου ο θάνατος είναι μοναδικός, απόλυτος, υπέρτατος κυρίαρχος.
3. «Χρειάζεται και το σύστημα και οι ακρότητες», γράφει. Η παραβίαση των ορίων και των νόμων, η παραβίαση των συστημάτων, προϋποθέτει και απαιτεί σαν δική της ανάγκη τα όρια, τους νόμους και τα συστήματα. Οι ακρότητες δεν έχουν τέλος. Το τέλος της ακρότητας είναι η ίδια η ακρότητα. Η νύχτα φέρνει συνεχώς τη νύχτα, και ο παροξυσμός του σώματος είναι το ανεξάντλητο, το ατελεύτητο, το απεριόριστο, είναι η απύθμενη μεγαλοψυχία του σώματος, η θεία μεγαθυμία του. Σε μια κοινωνία μη-καπιταλιστική, δηλαδή σε μία κοινωνία που δεν αποθησαυρίζει, δε στηρίζεται ολόκληρη στο κέρδος και στη διαφύλαξη των κεκτημένων-και σήμερα τέτοια κοινωνία δεν υπάρχει πουθενά- η παραβίαση θ’ αποτελούσε την πυρηνική της λειτουργία, το γόνιμο πεδίο των αναγεννήσεών της. Τι είναι όμως η παραβίαση; Η παραβίαση, στη σκέψη του Bataille, είναι μια σύληση χωρίς αντικείμενο. Μια σύληση που διενεργείται σ’ έναν κόσμο- το δικό μας- όπου το ιερό δεν υπάρχει πια. Πρόκειται για μία ιεροσυλία που διαπράττεται σ΄έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει πια Θεός, όπου κανείς Θεός δεν τοποθετείται πια ως ακραίο όριο ή ως το Απόλυτο εκείνο Όριο που η υπέρβασή του θα συνιστούσε Ύβρη. Ζούμε σ΄έναν κόσμο όπου το άτομο είναι μόνο με τα όριά του, όπου το ίδιο είναι τα όριά του, πράγμα που σημαίνει πως το ιερό δεν επιτρέπει παρά μόνο μια ιεροσυλία: εκείνη που γίνεται στο κενό. Βρισκόμαστε μέσα σε μια άδεια Νύχτα, μόνοι με την απουσία Θεού και την εξαφάνιση του ιερού. Η παραβίαση είναι μια κίνηση που, στην περίπτωση αυτή, καταδείχνει, κατονομάζει και αναγνωρίζει το όριο, ενώ συγχρόνως το απωθεί και το υπερβαίνει μέσα σ΄έναν κόσμο απόλυτης, πρωτοφανούς μοναξιάς. Είναι εμπειρία των ορίων και εμπειρία των ακροτήτων, θάνατος αδιάλειπτα παρών και μαζί αδυναμία θανάτου, αναγκαιότητα ομιλίας και ανεξάντλητη σιωπή. Συνεπώς, δεν πρόκειται καθόλου για ελευθερία ( μέσα απ’ όλα αυτά διαφαίνεται μια θεμελιακή εξάρτηση του ανθρώπου, θεμελιακή και ανυπέρβλητη και σταθερή) αλλά για μια συνεχή, αγωνιώδη, σπαραχτική πορεία προς ένα στόχο ο οποίος διαρκώς μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση εκείνη όπου η τύχη του ανθρώπου διακυβεύεται όλο και πιο επικίνδυνα μέχρι το τέλος που δεν είναι τέλος, μέχρι εκεί που ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται εξάντληση του ανθρώπου που δεν εξαντλείται ποτέ κι όλο τείνει προς αυτή την ανεξάντλητη εξάντληση που είναι η πρόσ-τυχη κατεύθυνσή του. Γι’ αυτό και η γύμνια είναι βασικότατο στοιχείο για τον Bataille.
4. Η γύμνια δεν είναι μόνο γύμνια των σωμάτων. Με τη σωματική γύμνια του, το άτομο απογυμνώνεται ολοκληρωτικά για να προσφερθεί ολοκληρωτικά, γιατί μόνο με την ολοκληρωτική γύμνια μπορεί να πραγματοποιηθεί η ολοκληρωτική προσφορά. Εδώ είναι το άλλο μεγάλο καίριο σημείο. Αλλά, και πάλι προσοχή: δεν υπάρχει καμιά διασκέδαση σ΄ αυτή την απογύμνωση. Η γύμνια έχει σχέση, πριν από κάθε τι άλλο, με το θάνατο και την αγωνία. Το τεράστιο άνοιγμα του ανθρώπου προς τον άλλο άνθρωπο είναι μια πράξη ολοκληρωτική που δεν επιτρέπει καμία συστολή, κανέναν ενδοιασμό, καμία επιφύλαξη. Όλες οι λειτουργίες του σώματος προς αυτό τείνουν: το χύσιμο του αίματος, του σπέρματος, των ούρων, των δακρύων, των σάλιων, η αφόδευση, ο λυγμός, το μουγκρητό, το ουρλιαχτό, η παράκληση, όλες οι αισθήσεις, οι χτύποι της καρδιάς, οι στύσεις και οι λιποθυμίες, τα ξέφρενα χτυπήματα, τα δαγκώματα, οι ακρωτηριασμοί και οι τραυματισμοί, το γέλιο, το όνειρο, οι βρισιές και τα ερωτόλογα, η επίκληση, το τρέξιμο, η ερωτική πράξη και τα φρενιάσματά της, όλα τείνουν προς αυτό το σχίσιμο του ανθρώπου που επιτρέπει, μόνον αυτό, την είσοδο του ενός ανθρώπου μέσα στον άλλο απόλυτα. Η γύμνια, ωστόσο, κι ο συνακόλουθος ερωτισμός, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την ηθική επιπολαιότητα ή μ΄έναν εύκολο ηδονισμό όπου τίποτα δεν διακυβεύεται. Ο ερωτισμός δεν είναι τίποτα αν δεν είναι αντιμετώπιση του θανάτου και παρακινδυνευμένη δαπάνη του ανθρώπου. Ο ηδονισμός δεν διακινδυνεύει τίποτα, δεν παίζει και δε χάνει τίποτα, το μόνο που κάνει είναι να συσσωρεύει απολαύσεις και να διατηρεί τις αξίες, ταμπουρωμένος πίσω απ’ αυτές. Αυτό όμως είναι η τακτοποιημένη, μετρημένη και σιγουρεμένη ζωή όλων σχεδόν των ανθρώπων, επαναστατών και μη, που, απ’ τη στιγμή που βολεύονται σε κάποιο αυτοματισμό του μυαλού και του σώματος, δεν τολμούν πια να κάνουν το παραμικρό βήμα έξω απ’ αυτόν και περιορίζονται φιλάρεσκα κι αυτάρεσκα σε ρητορείες, διακηρύξεις και παλιλλογίες που είναι η χειρότερη μορφή πνευματικού θανάτου.
Για τον Bataille, ο ερωτισμός, αυτή η τόσο διαδεδομένη αλλά τόσο λειψά βιωμένη και παρεξηγημένη έννοια, είναι μια συμπεριφορά που φτάνει ως τα άκρα του ανθρώπου κι επιδιώκει την επίτευξη του πλήρους ανθρώπου. Έτσι, η κριτική και η καταδίκη του ηδονισμού είναι κριτική και καταδίκη ενός κόσμου, του καπιταλιστικού, και των μεθόδων του, σχεδόν πάντα βίαιων, για τη διατήρηση ενός τρόπου ζωής που μειώνει υπέρογκα τον άνθρωπο κι αυξάνει υπέρογκα τα κέρδη του. Η έννοια καπιταλιστικός είναι η αντίθετη του γυμνός, του εκτεθειμένος, του ξοδεμένος και ξοδευόμενος. Μια κοινωνία που δεν σπαταλά, που αποθησαυρίζει, είναι, για τον Bataille, καταδικασμένη. Ας μη βιαστεί όμως ο αναγνώστης: ο Bataille δεν εννοεί τη σπατάλη που γίνεται για το κέρδος, όπως στις μέρες μας, μια σπατάλη που είναι και πάλι μέθοδος του καπιταλισμού, μια κερδοφόρα, κερδοσκοπική και κερδομανής σπατάλη που, με στόχο της την αύξηση του κεφαλαίου και της δύναμης που εκείνη συνεπάγεται, απειλεί την ανθρωπότητα και τα κρίσιμα ενεργειακά της αποθέματα. Όταν ο Bataille λέει σπατάλη εννοεί έναν τρόπο ζωής όπου ο ίδιος ο άνθρωπος ξεφεύγει από την ιδιωτική και δημόσια μιζέρια του και γίνεται, έστω προσωρινά μα επαναληπτικά, μια ακατάσχετη προσφορά, μια προσφορά μέχρις εσχάτων, μέχρις εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων που τον αποτελούν και που υπάρχουν μέσα του για να ξοδεύονται ακατάσχετα. Πρόκειται, εδώ, για μία κοινωνία θεμελιωμένη στην ουσιαστική επικοινωνία και στη συνεχή, αμοιβαία γονιμοποίηση, στο απεριόριστο άνοιγμα, στη χλιδή της κατασπατάλησης των αποθεμάτων του ανθρώπου τα οποία μόνο μ΄αυτή την κατασπατάλησή τους ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται, φέρνοντας τον άνθρωπο στο ανώτατο σημείο του επίγειου (και μοναδικού) ρόλου του.
«Η αποφασιστική πράξη είναι η απογύμνωση», γράφει. Η γύμνια είναι το αντίθετο του κλεισίματος. Γι’ αυτό, για τον Bataille, η ηδονή συνίσταται πριν από κάθε τι άλλο στο να ενδίδει κανείς, στο να αφήνεται, να παραδίνεται στον πειρασμό, να τον παίρνει ο κατήφορος και να χάνεται. Η γύμνια έχει να κάνει με την πρόσ-τυχη κατεύθυνση του ανθρώπου που, με τη γύμνια του, τα παίζει όλα για όλα και οδηγείται στην καταστροφή, όπου βρίσκει την τύχη του. Ο Χριστιανισμός εξημέρωσε τη σεξουαλικότητα ξεκόβοντάς την απ’ τη βία, και εξανθρώπισε τον ερωτισμό εντάσσοντάς τον στα πλαίσια της αναπαραγωγής του είδους. Η θρησκεία έχει αντικαταστήσει τον ερωτισμό εννοούμενο, όπως γράφει ο Bataille, ως σημείο σύμπτωσης της ζωής και του θανάτου, με μια σεξουαλικότητα εννοούμενη ως αναπαραγωγή μόνο της ζωής. Ο άνθρωπος όμως δε φτάνει στην κυριαρχία του ως άνθρωπος παρά μόνο με τη συμπεριφορά εκείνη που δεν ξεχωρίζει το θάνατο απ’ τη ζωή, κι αυτή η κυριαρχία είναι πάντα καταστροφική. Μόνο με την καταστροφή φτάνει ο άνθρωπος στο στόχο που έχει βάλει η πρόσ-τυχη κατεύθυνσή του. Η τύχη του ανθρώπου είναι το να τα παίζει όλα για όλα χωρίς ν’ αποσκοπεί στο κέρδος: μόνον έτσι επικοινωνεί με τον άλλο άνθρωπο και με τον εαυτό του. Τα πολιτικά συστήματα είναι το αντίθετο αυτής της επικοινωνίας, είναι η επιβολή της ομοιογένειας και η αποβολή της ετερογένειας, είναι η επικράτηση μίας οικονομίας που αποκλείει κάθε θυσία (κάθε αφιλοκερδή θυσία) και απολυτοποιεί τις εισπράξεις, που δεν επιτρέπει την παραμικρή παρέκκλιση, την παραμικρή διαφορά, την παραμικρή ιδιαιτερότητα και ιδιομορφία, που έχει θέσει ως απαράβατο κανόνα τη μονολιθικότητα και τη μετρησιμότητα, δηλαδή το κοινό μέτρο, τον κοινό παρονομαστή που δεν είναι άλλος από το χρήμα και τη χρησιμότητα. Μέσα σ΄έναν τέτοιο κόσμο, η μοίρα του ανθρώπου δεν είναι πρόσ-τυχη κατεύθυνση αλλά πορνεία, γιατί πορνεία είναι εκείνη η κατάσταση που δε μας επιτρέπει να προχωρούμε όλο και βαθύτερα μέσα στον εαυτό μας, μέσα στον αχανή εκείνο χώρο όπου μας φέρνει μόνον η πρόσ-τυχη κατεύθυνση.
Σ’ έναν κόσμο όπου απαγορεύεται η προσανάβαση των ρευμάτων του σώματος, το έργο του Bataille αποτελεί ένα χώρο όπου το ανθρώπινο σώμα (που δεν είναι το σώμα των πολύχρωμων εξωφύλλων και του κινηματογραφικού εμπορίου αλλά της ατελείωτης αγωνίας και του απέραντου τρόμου μέσα στην ατελεύτητη προσπάθεια να προσεγγιστεί το απροσέγγιστο), έχοντας ζήσει την ασφυξία από τη μία και την ανούσια λειτουργικότητα από την άλλη, κραυγάζει ολόκληρο και χτυπιέται πάνω στα όριά του, λατρεύοντάς τα συγχρόνως με πάθος. Με την ηθική, το σώμα έχει χάσει την αξιοπρέπειά του. Με τη θρησκεία, έχει χάσει την ιερότητά του. Με την πολιτική, έχει χάσει την πολυπλοκότητά του και με την οικονομία το βάθος των αποθεμάτων του. Η βιομηχανική κοινωνία το έχει αυτοματοποιήσει, το έχει μειώσει και το έχει δεσμεύσει στις δικές της αναγκαιότητες. Όταν το σώμα αποκλείεται από τον κίνδυνο, ο προορισμός του ακρωτηριάζεται και το ίδιο μετατρέπεται σε μια ενσαρκωμένη ανοησία που παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις της και στις κρίσεις της. Μπορεί άραγε ο άνθρωπος, όχι να πιστέψει, αλλά να διανοηθεί πως υπάρχει μια κατάσταση για το σώμα άλλη απ’ αυτήν που ζει σήμερα; Όταν το σώμα δεν συντροφεύεται μόνιμα και σταθερά απ΄το θάνατό του, όταν δεν επιδίδεται στις ακρότητες που το τραντάζουν και το γεμίζουν αδειάζοντάς το, τότε χάνει το νόημά του- που δεν είναι νόημα φιλοσοφικό αλλά μιας άλλης κατηγορίας την οποία δεν περιλαμβάνουν η σκέψη και ο λόγος. Το σώμα είναι πέραν του λόγου. Το σώμα είναι αυτό το πέραν. Γιατί το σώμα δεν είναι μια κατηγορία του λόγου. Το σώμα είναι η έκσταση του σώματος, κι η έκσταση του σώματος, για τον Bataille, είναι η, στο εδώ και στο τώρα, ατελεύτητη προσέγγιση του ακρότατου σημείου που κάποτε το έλεγαν Θεό, σήμερα λέγεται Γύμνια και που κάποτε θα το ξαναπούν Θεό.
Δ.Δ , Ιούλιος 1979.
-

Paperbag Writer - Radiohead

-
(Source: emmacooper)
-
“His tongue is guttural, Arabic, pepperish, composed, parsimonious, voluminous, rabid, diarrhoetic, transparent, laundered, dainty, mellifluous, consonantal, stammering, scabrous, naked, blade-edged, one-legged, piercing, hushed, clinical, dumb, convulsed, lewd, vicious, voracious, inane, Tibetan, monosyllabic, epileptic, raucous, ministerial, sudden, palpitating, thunderous, whimsical, acrimonious, wintry, malicious, fearsome, blighted, blistered, mouldy, tantalizing, juicy, innocent, lordly, gluttonous, irreverent, blasphemous, avaricious, autumnal, blasted, ecstatic, necromantic, gentle, venomous, somnambulistic, monotonous, uproarious, feverish, austere, demented, deathly, fractious, obsessed, ironic, palsied, morbid, sanctimonious, sacrilegious, calm, cunning, cannibalistic and authoritative.”
Harold Pinter, from “A Note on Shakespeare,” written c. April 1956
-
Alfred Eisenstaedt
People enjoying an afternoon on the banks of the Seine River. Paris. France (1963)(Source: blackpicture)
-
“Her open arms filled with sleep her restful hair filled with wind her eyes filled with silence.”
— Odysseus Elytis, from “Seven Nocturnal Heptastichs”